Του Παντελή Καλαϊτζίδη

Εκ μέρους της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, με μεγάλη χαρά χαιρετίζω το Δεύτερο Μεγάλο Συνέδριο της Διεθνούς Ορθόδοξης Θεολογικής Ένωσης (IOTA), με θέμα «Ιεραποστολή και Ορθόδοξη Εκκλησία». Μας τιμά ιδιαίτερα η συγκέντρωση τόσων επιφανών επισκόπων, κληρικών, μοναχών, λαϊκών θεολόγων και επιστημόνων από όλο τον κόσμο. Σας καλωσορίζουμε στην πόλη του Βόλου, τη Μητρόπολη Δημητριάδος και την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, ευχόμενοι καλή διαμονή στον τόπο μας.

Γνωστή ανά τον κόσμο για την επικέντρωσή της σε μια σύγχρονη θεματολογία για την Ορθοδοξία, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, που συνδέεται με την τοπική Εκκλησία της Δημητριάδος και που από το 2014 έχει το καθεστώς του αναγνωρισμένου από την Πολιτεία Ερευνητικού Κέντρου, λειτουργεί ως ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, οργανώνοντας ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις, και συνεργαζόμενη προς τούτο με ποικίλους ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς φορείς, οικουμενικούς και διαθρησκειακούς οργανισμούς, φορείς της κοινωνίας των πολιτών, εκδοτικούς οίκους και επιστημονικά περιοδικά, συζητώντας από κοινού τα προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής μας, με πνεύμα σεβασμού στην ετερότητα του καθενός. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιστημονικής δραστηριότητας, η Μητρόπολη Δημητριάδος και η πόλη του Βόλου έχουν καταστεί διεθνής τόπος συνάντησης και διαλόγου.

Η παρούσα υψηλού κύρους και επιπέδου συνάντηση Ορθοδόξων θεολόγων, μακράν η σημαντικότερη σε παγκόσμιο επίπεδο με περισσότερους από 400 συμμετέχοντες, θα συζητήσει το καίριο θέμα της Ιεραποστολής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θα θίξει θέματα όπως η εκ νέου ανακάλυψη της ιεραποστολής ή η ιεραποστολή και η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, αλλά και ένα μεγάλο εύρος θεματολογίας που σχετίζεται αφενός με το παραδοσιακό επιστητό της θεολογικής επιστήμης (βιβλικές και πατερικές σπουδές, εκκλησιαστική ιστορία, λειτουργική, δογματική, χριστιανική παιδαγωγική, κλπ) και αφετέρου με τα νέα ή αναδυόμενα ζητήματα όπως αυτά της θεολογίας και της λογοτεχνίας, της Ορθοδοξίας στον δημόσιο χώρο, της πολιτικής θεολογίας, της θέσης των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, της σχέσης Ορθοδοξίας και νεωτερικότητας, Ορθοδοξίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Εκκλησίας και έθνους, του οικουμενικού και διαθρησκειακού διαλόγου κ.ά..

Ωστόσο, κάθε συζήτηση για την ιεραποστολή και τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο, μάς οδηγεί αναπόφευκτα στο κρίσιμης θεολογικής σημασίας δόγμα της Ενσάρκωσης και στις συνέπειές του για τη ζωή της Εκκλησίας και για τη ζωή του κόσμου ευρύτερα.

Η θεολογία ως η προφητική φωνή και η έκφραση της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να λειτουργεί εν αναφορά προς τον αντινομικό και διφυή χαρακτήρα της τελευταίας. Όπως η Εκκλησία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, έτσι και η θεολογία αποβλέπει στη διατύπωση μιας εμπειρίας χαρισματικής. Kαι όπως η Εκκλησία ζει και πορεύεται εν τω κόσμω, έτσι και η θεολογία αναζητά τον διάλογο και την επικοινωνία με το εκάστοτε ιστορικό παρόν, δανειζόμενη τον λόγο, τη σάρκα και τα σχήματα της κάθε δεδομένης εποχής, του εκάστοτε ιστορικού παρόντος. Η θεολογία δεν εξαντλείται ούτε ταυτίζεται με την Ιστορία, αλλά και δεν μπορεί να λειτουργεί ερήμην της Ιστορίας. Δίχως αυτή τη διαδικασία της ασύγχυτης όσμωσης και πρόσληψης του κόσμου και της Ιστορίας, δίχως αυτήν την κίνηση διαλόγου, πορείας και μαρτυρίας προς τον κόσμο, δεν υπάρχει Εκκλησία και θεολογία, δεν υπάρχει αποκάλυψη του Θεού. Γιατί η αποκάλυψη του Θεού έγινε πάντα μέσα στην κτίση και την Ιστορία, και όχι σε κάποιο ανιστορικό, άχρονο και απόκοσμο σύμπαν. Όπως σημείωνε προφητικά, ο αείμνηστος θεολόγος Παναγιώτης Νέλλας, ο ιδρυτής του περιοδικού Σύναξη: «και σήμερα είναι αδύνατο να έχουμε πραγματική αποκάλυψη του Θεού χωρίς να χρησιμοποιήσουμε σαν αποκαλυπτικό υλικό τις σημερινές κοινωνικές, πολιτισμικές, επιστημονικές και λοιπές πραγματικότητες. Είναι αδύνατο ο Θεός να συγ-κινήσει τον άνθρωπο αν δεν αγγίξει τη συγκεκριμένη ιστορική σάρκα του· είναι αδύνατο να σώσει τον άνθρωπο, αν δεν μεταμορφώσει τη ζωή του».

Προεκτείνοντας αυτή τη θέση θα προσθέταμε λοιπόν πως δεν νοείται θεολογία της ιεραποστολής που να μην διαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα και τις πολιτισμικές της εκφράσεις, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή «τη σάρκα» του καιρού της, όπως δεν νοείται και Εκκλησία εσωστρεφής, κλεισμένη στον εαυτό της, που να μην ανοίγεται στον κόσμο και την Ιστορία, που να μην πραγματοποιεί την κίνηση εξόδου από τον εαυτό της προς συνάντηση, ευαγγελισμό και μεταμόρφωση του κόσμου.

Εδώ, όμως, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: σε ποιους προτίθεται να απευθυνθεί η Εκκλησία με την αποστολή και τη μαρτυρία της στον κόσμο; Ποιο είναι το δυνάμει πλήρωμα της Εκκλησίας; Είναι άραγε, όπως συνήθως πιστεύεται, ο κλειστός κύκλος των ευσεβών και των εναρέτων, αυτών που ακολουθούν κατά γράμμα τις ασκητικές πρακτικές ή όσων τακτικά εκκλησιάζονται; Προκειμένου να αντιμετωπίσει σε ένα παρόμοιο ερώτημα, αλλά υπό διαφορετικές περιστάσεις, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων, ο εξέχων αυτός ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διατύπωσε το 1982 την ακόλουθη θέση, κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Πανορθόδοξης Προσυνοδικής Διάσκεψης στο Chambésy της Γενεύης:

«Εάν επρόκειτο να εκφράσω μια προσωπική ποιμαντική άποψη, θα πρότεινα να διαλύσουμε την πανορθόδοξη Διάσκεψη, να γυρίσουμε στο ποίμνιό μας, και να ζητήσουμε από τον λαό να ψηφίσει για να γνωρίσουμε τη συναίνεσή του. […] Και όχι ένα μέρος του λαού, αλλά τον λαό στην ολότητά του όπου είναι πράγματι πλήρωμα.

»Όχι εκείνο το αξιοτίμητο και αξιέπαινο κομμάτι του λαού που προσηλώνεται στα βήματα του επισκόπου […]. Σκέπτομαι εκείνη τη μερίδα του λαού που δεν ξενυχτά στις εκκλησίες, αλλά στις δισκοθήκες, που δεν παρευρίσκεται στη θεία Λειτουργία της Κυριακής ή στους εορτασμούς στην εκκλησία, αλλά βρίσκεται στην πλατεία του χωριού ή της πόλης με την κιθάρα του στο χέρι, ή παίρνει μέρος σε μια εκδρομή προς τη θάλασσα ή το βουνό και ζητάει τον Θεό στην τελευταία ψυχολογική ανάλυση του υποσυνειδήτου του. Ένα μήνυμα ακριβώς κατάλληλο για την Ορθοδοξία: τίποτα δεν αποφασίζεται από καθέδρας και από την εξουσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέληση και η συνείδηση του πληρώματος».

Μπορεί κάποιοι ή και πολλοί να σοκαριστούν ή και να σκανδαλιστούν από μια τόσο τολμηρή δήλωση. Ο Μητροπολίτης Μελίτων, ωστόσο, αμφισβήτησε τις στερεοτυπικές αντιλήψεις μας για την ιεραποστολή, τη μαρτυρία και το πλήρωμα της Εκκλησίας. Ωστόσο, αυτά είναι τεράστια ζητήματα που δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε στο πλαίσιο μιας εναρκτήριας ομιλίας, αλλά αναμένεται ότι θα συζητηθούν τις επόμενες ημέρες, κατά τη διάρκεια των επιμέρους συνεδριών αυτού του συνεδρίου.

Εύχομαι σε όλους μια ευχάριστη διαμονή στη χώρα μας και στην όμορφη πόλη του Βόλου, καθώς και γόνιμες ανταλλαγές και συζητήσεις κατά τη διάρκεια του σημαντικού αυτού για την Ορθόδοξη θεολογία συνεδρίου.

*Το παρόν κείμενο αποτελεί τον Χαιρετισμό του Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου Παντελή Καλαϊτζίδη, στην εναρκτήρια συνεδρία του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου της ΙΟΤΑ (International Orthodox Theological Association) με θέμα «Ιεραποστολή και Ορθόδοξη Εκκλησία», που φιλοξενήθηκε από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, 11-15 Ιανουαρίου 2023.

Ο Παντελής Καλαϊτζίδης, Δρ.Θ., είναι Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Ερευνητικός Εταίρος των Πανεπιστημίων KU Leuven και Münster, Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της European Academy of Religion.

Μετάφραση από τα Αγγλικά Θεοδώρα Βαλσάμου.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.

Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.

Πηγή