Εργατικού Κέντρου Βόλου

«Υπερασπιστής του “συμβιβασμού” με τους μισθούς πείνας»

Την απόλυτη συμφωνία του εξέφρασε ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Βόλου σε πρόσφατες δηλώσεις του για την πρόταση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΣΕ για τον κατώτατο μισθό. Βέβαια ο κ. Παπαδημόπουλος δεν μας ξαφνιάζει με την απόλυτα, εδώ και πολλά χρόνια, στοίχιση και ευθυγράμμισή του με τις αποφάσεις και την στάση της συμβιβασμένης πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, όπου μαζί με την κυβέρνηση έχουν φτάσει πλέον να συνδιαμορφώνουν την νέα επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Αλλά ας δούμε τι ακριβώς είναι η πρόταση που καταρτίστηκε από το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ, που την χαρακτήρισε ο ίδιος ως χρήσιμο «εργαλείο» και η οποία θα παρουσιαστεί επίσημα στην επόμενη τηλεσυνεδρίαση της ολομέλειας του Εργατικού Κέντρου Βόλου.

 Διαβάζοντας κανείς την πρόταση, εύκολα καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ένα ακόμα λιβανιστήρι προς την ΕΕ και την πολιτική «συμφιλίωσης» των εργαζομένων με τη φτώχεια που προωθούν όλες οι κυβερνήσεις, στο όνομα μάλιστα της αποτροπής της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την ώρα που η «ευελιξία» γενικεύεται και εκατομμύρια εργαζόμενοι δουλεύουν σε συνθήκες γαλέρας, δίχως αύριο, η ΓΣΕΕ θριαμβολογεί γιατί δήθεν διαπιστώνει «θεμελιώδη αλλαγή στη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τη ρύθμιση της απασχόλησης», επικαλούμενη μάλιστα ως «τεκμήριο» «την προτεινόμενη Ευρωπαϊκή Οδηγία για τους κατώτατους μισθούς, η οποία δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2020».

Η συγκεκριμένη Οδηγία , όπως και όλες της ΕΕ, στοχεύει στη συμπίεση των εργατικών μισθών, στην υπονόμευση των εργατικών δικαιωμάτων, για τη στρατηγική θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών ομίλων. Όπως και το σύνολο της πολιτικής της ΕΕ, που εντάσσεται στην πολιτική κατοχύρωσης των ελάχιστων επιπέδων διαβίωσης, που στη χώρα μας προωθείται και με την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Είναι, ταυτόχρονα, αποτέλεσμα της εφαρμογής του λεγόμενου «Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων», ενός βαθιά αντεργατικού μηχανισμού της ΕΕ, που διαμορφώθηκε για να συμπιέζει τα λαϊκά δικαιώματα στα ελάχιστα όρια, μέρος των οποίων είναι και ο κατώτατος μισθός, που, μόλις σε τρία κράτη – μέλη υπερβαίνει το καθορισμένο ελάχιστο όριο κινδύνου της φτώχειας, χωρίς και εκεί η απόκλιση να είναι μεγάλη. 

Αυτό δηλαδή που οι κυβερνήσεις και η ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ παρουσιάζουν ως «τομή» για την προστασία των εργαζομένων στην ΕΕ δεν είναι παρά η κατοχύρωση των ψίχουλων για την πλειοψηφία των εργαζομένων, η παραίτηση από τη οργανωμένη διεκδίκηση αξιοπρεπών μισθών και σύγχρονων όρων δουλειάς και αμοιβής.

Όπως, άλλωστε, σημειώνει η Οδηγία, ο κατώτατος μισθός θα προκύπτει υπό το φως των εθνικών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και θα πρέπει να αντιστοιχεί στις εξελίξεις της παραγωγικότητας. Στη λογική αυτή, και η πρόταση της ΓΣΕΕ εξετάζει την επίδραση του κατώτατου μισθού στην παραγωγικότητα και το ύψος του δημόσιου χρέους.

Έτσι, η ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ όχι μόνο αποδέχεται το πλαίσιο της κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά υιοθετεί και ως κριτήριο για την προσαρμογή των μισθών τον «στενό κορσέ» που βάζει στους εργαζόμενους η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων.

Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, και έχοντας νομιμοποιήσει όλη την αντεργατική μεθοδολογία του κεφαλαίου και του κράτους του, κατά τα προβλεπόμενα του νόμου Βρούτση – Αχτσιόγλου για τον κατώτατο μισθό, ελάχιστη σημασία έχει η ποσοτικοποίηση της πρότασης της ΓΣΕΕ, που καταλήγει να ζητάει κατώτατο μισθό 751 ευρώ για το 2021 και στη συνέχεια «προσαρμογή στο 60% του διάμεσου μισθού (…) βάσει ενός συμφωνημένου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων χρονοδιαγράμματος».

Στον αντίποδα αυτής της άθλιας πολιτικής συμβιβασμού με τη φτώχεια και καθήλωσης του κατώτατου μισθού, γενικότερα των μισθών, βρίσκονται οι δίκαιες διεκδικήσεις των εκατοντάδων συνδικάτων, όπως αυτές αποτυπώνονται στην πρόταση νόμου που υπογράφεται από 513 Εργατικά Σωματεία, Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα και έχει κατατεθεί από το 2016, αλλά με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων έμεινε στα αζήτητα.

Μια πρόταση νόμου που προβλέπει την κατάργηση όλων των αντεργατικών διατάξεων των τριών μνημονίων, την πλήρη διασφάλιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), την επαναφορά της υποχρεωτικότητας των ΣΣΕ, την αρχή της ευνοϊκότερης μεταχείρισης για τους εργαζόμενους και προφανώς την αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, ως βάση για νέες αυξήσεις. Επιπλέον, προβλέπει την αποκατάσταση των Δώρων και των επιδομάτων σε εργαζόμενους και συνταξιούχους, την κατάργηση των «ελαστικών» μορφών απασχόλησης κ.ο.κ. Δηλαδή όλα εκείνα για τα οποία τα σωματεία παλεύουν αταλάντευτα και τα επικαιροποιούν αυτές τις μέρες μέσα από τον αγώνα τους, αιτήματα τα οποία η ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ και η πλειοψηφία του ΕΚΒ κάνουν ό,τι μπορούν για να τα υπονομεύσουν.

Τα ταξικά συνδικάτα βρισκόμαστε σε θέσεις μάχης σε όλη την Ελλάδα για να μην κατατεθεί το νέο αντεργατικό νομοθετικό τερατούργημα που παρουσιάζει σήμερα η κυβέρνηση. Είναι ώρα ευθύνης για κάθε σωματείο, για κάθε τίμιο συνδικαλιστή. Είναι ώρα να κλιμακώσουμε τη δράση μας ενάντια στην προσπάθεια της κυβέρνησης να επιβάλει έναν νέο εργασιακό μεσαίωνα.

Κώστα Στεργίου, Προέδρου του Συνδικάτου Μετάλλου Μαγνησίας «Μ. Παπαρήγας»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ