Δυσανεξία στην Λακτόζη: σε Ποιες Ηλικίες Εμφανίζεται, Διάγνωση & Θεραπεία

0
9
Δυσανεξία στην Λακτόζη: σε Ποιες Ηλικίες Εμφανίζεται, Διάγνωση & Θεραπεία

Η δυσανεξία στην λακτόζη είναι η υπερευαισθησία που κάποιος μπορεί να παρουσιάσει στον δισακχαρίτη της λακτόζης (γαλακτόζη & γλυκόζη) που δημιουργείται φυσικά στα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως το γάλα, το τυρί και το γιαούρτι. Η αδυναμία του σώματος να διασπάσει την λακτόζη έχει ως αποτέλεσμα να μεταφέρεται στο κόλον και να διασπάται από τα εντερικά βακτήρια με αποτέλεσμα να προκαλείται κατακράτηση υγρών και αέρια και κατά επέκταση εντερικά συμπτώματα. Αυτό είναι αποτέλεσμα την ελλιπής παραγωγής ενός ενζύμου από το σώμα, που είναι υπεύθυνο για την διάσπαση της λακτόζης και ονομάζεται λακτάση. Σήμερα υπολογίζεται ότι τα δυο τρίτα του πληθυσμού παγκοσμίως παρουσιάζουν αδυναμία στην διάσπαση της λακτόζης εντερικά, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο ότι θα παρουσιάσουν εντερική συμπτωματολογία. Η δυσανεξία στην λακτόζη μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία και κυρίως σε ηλικίες μεταξύ 20 με 40 ετών, καθώς μειώνεται σταδιακά και ηλικιακά η παραγωγή λακτάσης από το σώμα, η συμπτωματολογία μπορεί να γίνεται και πιο έντονη. Η εμφάνιση δυσανεξίας στην λακτόζη μπορεί να οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες, αλλά δεν είναι πάντα η εμφάνιση της αποτέλεσμα γενετικών αιτιών. Υπάρχουν 4 διαφορετικοί τύποι δυσανεξίας στην λακτόζη. Η πρώτη είναι η πρωτοπαθής ανεπάρκεια στην παραγωγή της λακτάσης, που είναι και η πιο κοινή και οφείλεται στην μειωμένη έκφραση του LCT γονιδίου, που σχετίζεται με την παραγωγή της λακτάσης. Συνήθως εμφανίζεται μετά την ηλικία των 2 ετών, καθώς η παραγωγή λακτάσης από το σώμα μειώνεται. Η δεύτερη είναι δευτερογενής ανεπάρκεια στην παραγωγή της λακτάσης και δεν σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες αλλά είναι αποτέλεσμα ασθένειας ή ατυχήματος που έχει επηρεάσει το λεπτό έντερο και την παραγωγή της λακτάσης. Παράγοντες όπως η μόλυνση του λεπτού εντέρου και η καταστροφή του εσωτερικού του, ασθένειες όπως η νόσος του Crohns και η κοιλιοκάκη, οι ακτινοθεραπείες, ένα επεμβατικό χειρουργείο στο έντερο, κάποια φάρμακα και φυσικά ένα ατύχημα μπορεί όλα να οδηγήσουν στην δευτερογενής ανεπάρκεια στην παραγωγή της λακτάσης και κατά επέκταση στην δυσανεξία στην λακτόζη. Η τρίτη είναι η συγγενής ανεπάρκεια στην παραγωγή της λακτάσης και ενώ είναι πολύ σπάνια, παρουσιάζεται από την στιγμή της γένεσης και συνήθως οι πάσχοντες από την βρεφική ηλικία παρουσιάζουν αδυναμία ανάπτυξης και υδαρείς διάρροιες. Η τέταρτη και τελευταία είναι η αναπτυξιακή ανεπάρκεια στην παραγωγή της λακτάσης και συνήθως παρουσιάζεται σε άτομα που γεννιούνται πρόωρα, αλλά σύντομα και καθώς το εσωτερικό του εντέρου σχηματίζεται η δυσανεξία στην λακτόζη αποκαθίσταται. Τα συμπτώματα που κάποιος μπορεί να παρουσιάσει με δυσανεξία στην λακτόζη διαφέρουν από άτομο σε άτομο και σχετίζονται με την συγκεντρωτική κατανάλωση λακτόζης που κάποιος μπορεί να έχει κάνει. Συνήθως τα πιο κοινά είναι αυξημένα αέρια, μετεωρισμός, διάρροια, κοιλιακός πόνος και ξαφνική επιθυμία για εντερική κένωση. Η ανίχνευση της δυσανεξίας στην λακτόζη γίνεται με σωματική εξέταση από τον γιατρό και τον έλεγχο για πόνο στην κοιλιακή χώρα, μετεωρισμό και γενικότερη ευαισθησία στο έντερο. Πέρα από το ιστορικό του ασθενή και την περαιτέρω συμπτωματολογία, την οποία μπορεί να παρουσιάζει, υπάρχουν και διάφορα διαγνωστικά τεστ τα οποία μπορεί να γίνουν. Η πιο κλασική μεθοδολογία για την ανίχνευση της δυσανεξίας στην λακτόζη είναι ο ολικός αποκλεισμός των τροφίμων που εμπεριέχουν λακτόζη, από την διατροφή του ασθενή για μια περίοδο και παρακολούθηση της βελτίωσης των συμπτωμάτων του. Επίσης, υπάρχει το τεστ αναπνοής υδρογόνου όπου συλλέγονται δείγματα αναπνοής από τον ασθενή μετά την κατανάλωση λακτόζης διατροφικά και τα επίπεδα υδρογόνου ποσοτικοποιούνται με αποτέλεσμα αν είναι μεγαλύτερα κάποιου συγκεκριμένου ορίου ο ιατρός μπορεί να διαγνώσει την δυσανεξία στην λακτόζη. Τέλος, υπάρχει και η δοκιμασία ανοχής στην λακτόζη, όπου ο ασθενής καταναλώνει μισό λίτρο γάλα και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ελέγχονται. Αν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα δεν αυξηθούν τότε σημαίνει ότι ο ασθενής δεν διασπά την λακτόζη και η δυσανεξία επιβεβαιώνεται. Η αντιμετώπιση της δυσανεξίας στην λακτόζη στο παρελθόν γίνονταν με ολικής αποβολή της λακτόζης από την διατροφή του ασθενή, αν και πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι 12-15 γραμμάρια λακτόζης ημερησίως μπορούν να καταναλωθούν από ασθενείς με δυσανεξία στην λακτόζη, χωρίς να παρουσιάζονται ιδιαίτερα συμπτώματα. Παράλληλα στην εποχή μας πολλές γαλακτοβιομηχανίες παράγουν γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς λακτόζη, ενώ υπάρχει το ένζυμο της λακτάσης σε φαρμακευτικό σκεύασμα για να χρησιμοποιείται από άτομα που έχουν δυσανεξία στην λακτόζη μαζί με την κατανάλωση τροφίμων που εμπεριέχουν λακτόζη. Υπάρχουν και άλλες όμως παθήσεις που έχουν ανάλογη συμπτωματολογία με αυτή της δυσανεξίας στην λακτόζη όπως το ευερέθιστο έντερο, η κοιλιοκάκη, η νόσος του Crohns και η ελκώδης κολίτιδα. Συνεπώς ο ασθενής που παρουσιάζει ανάλογη συμπτωματολογία θα πρέπει να αποκλείσει όλες αυτές τις παθήσεις πριν καταλήξει στην ανίχνευση της δυσανεξίας στην λακτόζη.Η δυσανεξία στην λακτόζη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, μπορεί να εμφανιστεί από την παιδική ηλικία αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις παρουσιάζεται σταδιακά στην ενηλικίωση. Μοναδική μεθοδολογία ανάρρωσης είναι η αποφυγή της κατανάλωσης λακτόζης μέσα από την διατροφή μας διαπαντός.

Καραγιάννης Νικόλαος BSc, SRD, MPhil

Διαιτολόγος – Dietitian

Link: NCBI

Πηγή