H εκδότρια του ELLE, Έλενα Μακρή γράφει στο Editorial Μαϊου για την ιερή σχέση μάνας και παιδιού

22 Μαρτίου 2004, 10 το πρωί, μαζί με τη μάνα μου πέθανε και ένα κομμάτι του εαυτού μου. Θυμάμαι ακόμη ξεκάθαρα να τρέχω αλλόφρων με το αυτοκίνητο κατεβαίνοντας τη Λεωφόρο Κηφισίας και να κορνάρω διαρκώς για να προσπερνάω αυτοκίνητα και φανάρια, να αποφεύγω πεζούς. Ένας μοτοσικλετιστής αστυνομικός κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε, άνοιξα το παράθυρο έντρομη και του είπα «πεθαίνει η μάνα μου». Μπροστά αυτός, πίσω εγώ, με συνόδευσε μέχρι το σπίτι της μητέρας μου, χαμηλά, προς το Πεδίον του Άρεως. Ανέβηκα ξέπνοη με τις σκάλες πέντε ορόφους -ήταν απασχολημένο το ασανσέρ- και έπεσα στην αγκαλιά της αδερφής μου που μου ανήγγειλε κλαίγοντας «πέθανε η μανούλα μας». Αν και ήταν πιο μεγάλη από εμένα, ακούστηκε σαν κοριτσάκι του δημοτικού. Εκείνη την ώρα αισθανόμασταν πως μας είχε καταπιεί και τις δύο η μεγαλύτερη ορφάνια του κόσμου.

Είχα φύγει ξημερώματα από το σπίτι της μάνας μου -έπρεπε να γυρίσω στο δικό μου για να αλλάξω ρούχα και να δω τα παιδιά μου- και δεν πρόλαβα τον πιο επίσημο αποχαιρετισμό μας, κι ας είχαμε αποχαιρετιστεί μεταξύ μας τόσες φορές όλες τις προηγούμενες μέρες, τις μέρες που ξεγλιστρούσε με πατήματα επιδέξιας μπαλαρίνας από τη σκηνή του τελικού χορού της ζωής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις ώρες, το απόμακρο νεκρικό πρόσωπό της. Για πολύ καιρό δεν υπήρχε πόνος ισάξιος εκείνου που ένιωσα από αυτό το φευγιό της μάνας μου, και ας μην ήταν ξαφνικό, και ας το ήξερα και το περίμενα, και ας είχα χάσει μικρή τον πατέρα μου, και ας είχα ήδη δυο μικρά παιδιά. Για καιρό ένιωθα εγώ πιο πολύ παιδί από εκείνα, παιδί χωρίς μάνα, ορφανό, χωρίς τη δική της μητρική αγκαλιά, μια αγκαλιά που είχα κι εγώ ανάγκη.

Κάθε χρόνο ίδια μέρα, η ίδια στεναχώρια, οι ίδιες μνήμες εκείνης της μέρας. Και ας έχουν περάσει δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, και ας μου χάρισε η ζωή αναπάντεχα με το φευγιό της ένα ακόμη παιδί, ένα παιδί που με τράβηξε μακριά από το βαθύ πένθος και μου έδωσε νέα φτερά και ανάσα ζωής.
Το δέσιμο με τη μητέρα μου ήταν το κάρμα της ζωής μου. Συνειδητοποίησα πως η έντονη προσωπικότητά της ήταν τόσο καθοριστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, για να βρω τα πατήματά μου στη ζωή, που σχεδόν επισκίασε εκείνη του πατέρα μου, αν και άφησε και αυτός ένα ιδιαίτερο στίγμα επάνω μου.

Δεν υπάρχει μέρα που να μην ανασύρω από τη μνήμη μου γεγονότα παρόμοια με τη σημερινή καθημερινότητά μου ή μέρα που δεν τη μνημονεύω για τις κοινές μας αντιδράσεις, κι ας μη μου άρεσαν κάποιες. Η επική φράση της «θα γίνετε μάνες και θα με καταλάβετε» έχει υπερθεματιστεί άπειρες φορές, ενώ άλλες τόσες έχω αναρωτηθεί πώς θα αντιδρούσε η μάνα μου στα δικά μου προβλήματα. Και ίσως κάποιες φορές να παραδέχτηκα πως ήταν καλύτερα που δεν πρόλαβε να δει πολλές καταστάσεις. 

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ κι εγώ άναυδη στα media ένα απίστευτο θρίλερ, που καμία γυναίκα που είναι μάνα ή είχε και έχει μια στοιχειώδη σχέση με τη δική της μητέρα δεν μπορεί να αντέξει. Η «υπόθεση Πισπιρίγκου», που εν μια νυκτί έγινε κοινό θέμα συζήτησης για σχετικούς και άσχετους με το ζήτημα, πολύ φοβάμαι πως έτσι όπως «τραβιέται από τα μαλλιά» λόγω τηλεθέασης μας έχει μεταμορφώσει όλους σε αιμοσταγή ζόμπι που ζητάνε όλο και περισσότερο θέαμα από μια εντελώς νοσηρή εγκληματική υπόθεση.

Βλέπω μαμάδες με μωρά στον δρόμο και πιάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί αντιδράσεις και να συγκρίνει καταστάσεις με την παραπάνω αρρωστημένη υπόθεση που είναι σε εξέλιξη.
Πλέον δεν ξέρω αν λόγω της αδιανόητα μεγάλης πληροφόρησης πάνω σ’ αυτό το θέμα έχει περάσει ένα κύμα νοσηρότητας και σε όλους εμάς που στεκόμαστε απαθείς «δορυφόροι» επικοινωνίας ενός φρικιαστικού εγκλήματος.

Στο τεύχος Μαΐου του ELLE εξυμνούμε την ιερή σχέση μάνας και παιδιού, σαν να θέλουμε να ξορκίσουμε το μεγάλο κακό αυτής της φρίκης που ζούμε όλοι όσοι παρακολουθούμε καθημερινά την επικαιρότητα, που δεν περιλαμβάνει μόνο ένα φρικιαστικό έγκλημα, αλλά δυστυχώς κι άλλα πολλά από μητέρες-τέρατα, που βασάνιζαν τα παιδιά τους σε σπίτια-κολαστήρια.

Είναι όλες οι γυναίκες γεννημένες με προδιαγραφές μάνας; Φυσικά και όχι και αυτό το αντιλαμβανόμαστε όλες μας. Είναι απαραίτητο να γίνουν όλες οι γυναίκες μάνες; Φυσικά και όχι. Είναι απαραίτητο, για να είσαι μάνα, να έχεις το συναίσθημα της αυτοθυσίας μέσα σου; Φυσικά και ναι. Εάν δεν μπορείς να απαντήσεις θετικά σε αυτή την ερώτηση, εάν δεν παραχωρείς τη θέση σου στη ζωή στο παιδί σου, γνώμη μου είναι πως δεν χρειάζεται να μπεις καν στη διαδικασία της μητρότητας. Ζεις επειδή το παιδί σου ζει, αναπνέεις επειδή αναπνέει, πονάς επειδή πονάει, απλά και σταράτα. Για τις μάνες, τα παιδιά τους είναι τα σημαντικότερα όντα στη Γη. Ούτε ο σύζυγος, ούτε καν οι ίδιοι οι γονείς μας δεν είναι σπουδαιότεροι στη διαδοχή. Εάν αυτό δεν ισχύει για κάποιες γυναίκες, τότε σίγουρα τα πράγματα θα περιπλακούν μελλοντικά στη ζωή τους, γιατί είναι τόσο μεγάλη, κουραστική και απαιτητική (ωστόσο διάσπαρτη με τεράστια αγάπη και χαρές) η διαδρομή της μητρότητας, που κάποια δύσκολη στιγμή θα ανατρέψει πολλά.

Μπορεί μια γυναίκα που υιοθετεί παιδί να αποδειχθεί ισάξια μάνα με μια βιολογική μητέρα; Φυσικά. Μητέρα δεν είναι μόνο αυτή που γεννά, αλλά και αυτή που φροντίζει και μεγαλώνει και προσωπικά έχω σκεφτεί πως δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω τα παιδιά μου, είτε τα υιοθετούσα είτε όχι.

Όπως διαβάζω, ο αρχαίος ελληνικός μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης εκφράζει συμβολικά αυτόν τον αρχετυπικό δεσμό της μάνας με τις κόρες -κυρίως- και τα στάδια εξέλιξής του. Η Περσεφόνη, μοναχοκόρη της θεάς Δήμητρας, περιπλανιέται αναζητώντας λουλούδια. Έτσι, απομακρύνεται πολύ από τη μητέρα της και, τελικά, απάγεται από τον θεό Πλούτωνα που την κατεβάζει στον Άδη και την κάνει γυναίκα του. Η Δήμητρα, θυμωμένη και θλιμμένη, προκαλεί τον πρώτο χειμώνα περιμένοντας την κόρη της να γυρίσει. Γιορτάζει την επιστροφή της με τον ερχομό της άνοιξης. Γιατί, όμως, η κόρη γύρισε στη μητέρα; Αναπτυξιακά, η κόρη, κάποια στιγμή μετά την εφηβεία, διαχωρίζεται από τη μητέρα και αποκτά την αυτονομία της ως γυναίκα. Όμως, η επιτυχής ολοκλήρωση του αποχωρισμού οδηγεί στο επόμενο στάδιο: στην επανένωση, το ξανασμίξιμο, το στάδιο στο οποίο ξανασυναντιούνται η μητέρα και η κόρη, δύο ενήλικες γυναίκες, συνδεδεμένες με έναν βαθύ δεσμό. Το στάδιο αυτό συχνά, και στην καλύτερη φάση του, εξελίσσεται σε μια τρυφερή και υποστηρικτική σχέση και από τις δύο μεριές. Όσες σταθήκαμε τυχερές και νιώσαμε αυτή τη σχέση με τη δική μας θεά Δήμητρα, δηλαδή τη μάνα μας, βγήκαμε διπλά οχυρωμένες στη ζωή. Η μάνα είναι η ίδια η ανιδιοτελής αγάπη, η αρχή και το τέλος αυτού του κόσμου.

Ε.Μ.

[email protected]

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ